Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας καλός λύκος… | Dark Paradise #01

34 0

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά-πολλά χρόνια ζούσε μια οικογένεια μέσα στο δάσος. Ζούσε είπα; Χμ, δεν είναι και η καταλληλότερη λέξη αυτή για να περιγράψει τις συνθήκες της καθημερινότητας τους.
Το σπίτι τους δεν ήταν παρά ένα χαμόσπιτο… Tα παντζούρια μισοκρεμασμένα, η μπογιά ξεφτισμένη από τους τοίχους, οι πόρτες πεσμένες από τους μεντεσέδες… Η υγρασία είχε γεννήσει μούχλα σχεδόν παντού και η βρώμα ήταν ένας ακόμη συγκάτοικος του σπιτιού.
Ο πατέρας ήταν ένας άχρηστος, ακαμάτης τύπος, πάνχοντρος και ιδρωμένος πάντα. Το μόνο που έκανε ήταν να τα πίνει με τους κολλητούς, να ρεύεται και να βάζει στοιχήματα σε αγώνες λάσπης.
Και η μητέρα βέβαια δεν πήγαινε πίσω … Ήταν μια ξεδοντιάρα, τρισάθλια τσιγκούνα, που το μόνο που την ένοιαζε ήταν… Αλήθεια τι ήταν;; Γιατί όσο το σκέφτομαι, τίποτα δεν την ένοιαζε, είχε πάψει από καιρό να τη νοιάζει το οτιδήποτε!! Κοιμόταν, ξύπναγε, μαγείρευε κάτι σιχαμένα φαγητά που για κάποιον μυστήριο λόγο είχαν όλα ένα σάπιο πράσινο χρώμα, έβριζε τον άντρα της, έφτυνε όταν μίλαγε στα μικρά της, ξυνόταν και ξανακοιμόταν…
Όσο για τα παιδιά της οικογένειας, τι να πει κανείς!!! Κάτω από ποιες συνθήκες να έβγαιναν νορμάλ; Τα γονίδια που κουβαλούσαν ήταν τόσο, μα τόσο σκάρτα, που η υπέρβαση τους ήταν ακατόρθωτη.

Και τα χρόνια πέρναγαν κάτω από ανείπωτες συνθήκες. Συνθήκες, που ούτε ο πιο περιγραφικός και γλαφυρός σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε ποτέ να παρουσιάσει.
Όταν λοιπόν τα τρία παιδιά ενηλικιώθηκαν, οι γονείς τους τα έδιωξαν από το σπίτι.
«Αρκετά μας είχατε γίνει βάρος τόσα χρόνια. Τώρα πια μπορείτε να ζήσετε μόνα σας κι αν είστε τόσο έξυπνα όσο εμείς, ίσως και να επιβιώσετε…». Τα τρία νεαρά έσκυψαν το κεφάλι και έφυγαν…
Μη λυπάστε όμως γι’ αυτά. Ήταν πολύ χειρότερα από τους γονείς τους… Στην ουσία αναγκάστηκαν να γίνουν για να μπορούν να υπάρχουν μέσα σ’ εκείνο το περιβάλλον… και μη ξεχνάτε και το γονίδιο όπως είπαμε.

Στη διαδρομή τους λοιπόν προς αναζήτηση της νέας τους κατοικίας, τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια, η Πίγκυ και ο Κοσσόν τσακωνόντουσαν συνέχεια, ενώ το τρίτο, ο Ζβάινυ, όταν δεν έμενε σιωπηλό στην άκρη του, προσπαθούσε μάταια να ηρεμεί τα πνεύματα.
Αυτά τα τρία αδέρφια -ένα περίεργο πράγμα- ήταν τελείως διαφορετικά μεταξύ τους και παράλληλα τόσο όμοια! Η Πίγκυ, που ήταν και η μεγαλύτερη και πιο ευέξαπτη, ονειρευόταν να γίνει πλούσια με όποιο κόστος. Δεν την ενδιέφερε καθόλου ο τρόπος, αρκεί να είχε πολύ φαγητό, λούσα, δύναμη κι ένα μεγάλο σπίτι με υπηρέτες στην πόλη.
Το μεσαίο, ο Κοσσόν, ήταν λιγότερο ματαιόδοξο, αλλά δεν απείχε ιδιοσυγκρασιακά από την αδερφή του. Η μόνη του διαφορά ήταν, ότι ήθελε ένα πιο λιτό σπίτι. Ένα ξύλινο σπίτι με ανέσεις, σε κάποιο προάστιο και μια όμορφη και κυρίως υπάκουη σύζυγο, που θα ήξερε να μαγειρεύει καλά.
Το μικρότερο, ο Ζβάινυ, είχε μια πιο χίπικη διάθεση. Δεν ήθελε πολλά… απλά τίποτα να μην του λείπει και τίποτα να μην του περισσεύει. Γι’ αυτό ένα απλό, καθαρό σπιτάκι στην εξοχή έμοιαζε ιδανικό. Μη φανταστείτε όμως ότι ήταν κάποιος καλός χαρακτήρας, απλά αγαπούσε τη φύση περισσότερο… και εξάλλου, τόσα χρόνια είχε μάθει να ζει με τα αποφάγια και τα ρούχα των άλλων, οπότε οι απαιτήσεις του ήταν πάντα περιορισμένες και μαζί με αυτές και η εξυπνάδα του… Όμως κι αυτός, όπως και τα αδέρφια του, νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του.
Ήταν λοιπόν βέβαιο ότι αυτοί οι τρεις δεν θα μπορούσαν με τίποτα να συγκατοικήσουν. Έτσι, αποφάσισαν να φτιάξουν τρία διαφορετικά σπίτια…

Κατά την περιήγηση τους έφτασαν σε ένα χωριό έξω από ένα μεγάλο κάστρο. Ήταν ένα υπέροχο μέρος… Ειρηνικό, ηλιόλουστο, γεμάτο χαμόγελα, χρώματα και μυρωδιές… Φτάνοντας εκεί γινόταν ένα μεγάλο παζάρι και όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, ήταν παρόντες… Ανάμεσα σε όλους όμως ξεχώριζε ο άρχοντας του μέρους, ο Γουλφντέους. Όχι επειδή ήταν φανταχτερά ντυμένος, ή επειδή ακολουθείτο από κόλακες και φύλακες. Καμία σχέση. Ξεχώριζε από την ομορφιά του και μόνο, μια μυστήρια άγρια, αλλά παράλληλα φιλική ομορφιά. Ξεχώριζε από την εσωτερική του αίγλη, την υπερηφάνεια του και την αριστοκρατικότητα του. Ψηλός, με πλούσια μακριά καστανά μαλλιά και περιποιημένο μούσι, υπέροχα κατάλευκα δόντια, αινιγματικά-καθηλωτικά γκρίζα μάτια, όμορφο γεροδεμένο σώμα… Ήταν ό,τι φυσικά ομορφότερο είχε δει ποτέ κανείς! Όποιος δεν τον αγαπούσε, όποιος δεν τον φοβόταν, τον ζήλευε και σίγουρα όποιος τον έβλεπε μία φορά τον θυμόταν για πάντα!
Όπως ήταν φυσικό τράβηξε την προσοχή των τριών αδερφών! Ο καθένας για διαφορετικούς λόγους ένιωσε δέος! Ο μικρότερος ζήλεψε την ομορφιά του και τον φυσικό τρόπο με τον οποίο μαγνήτιζε τα βλέμματα, ο μεσαίος αδερφός ζήλεψε την επικοινωνιακή του ικανότητα και την αίγλη του και η μεγαλύτερη τα πάντα, μα περισσότερο την κοινωνική του δύναμη! Ο καθένας από τους τρείς ήθελε να στερήσει από τον άρχοντα αυτό που ζήλεψε!
Έτσι λοιπόν τα τρία αδέρφια αποφάσισαν να φτιάξουν τα σπίτια τους σε εκείνο το μέρος και αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που συμφωνούσαν σε κάτι εδώ και πολύ καιρό.

Ο νεαρότερος αδερφός βρήκε ένα υπέροχο ξέφωτο μέσα στο δάσος. Αγόρασε άχυρα και καλάμια από το παζάρι και έφτιαξε πολύ εύκολα ένα όμορφο σπιτάκι. Ο μεσαίος αδερφός αγόρασε ξύλα και με έναν σχετικό κόπο έχτισε ένα άνετο και ζεστό ξύλινο σπίτι στην είσοδο του δάσους έχοντας για θέα του το κάστρο. Η Πίγκυ βρήκε ένα σκιερό σημείο σχεδόν έξω από την πύλη του κάστρου. Αγόρασε τούβλα και έχτισε με πολύ κόπο ένα στενό διώροφο σπίτι, με μικρά παράθυρα και δυνατή πόρτα.
Ο άρχοντας κατά τις πληροφορίες που μάζεψαν, αγαπούσε τις βραδινές βόλτες στο δάσος. Έτσι τα τρία αδέρφια είχαν φροντίσει να βρίσκονται στο δρόμο του. Ήθελαν διακαώς να τον γνωρίσουν και το πέτυχαν…

Δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα, δεν μπόρεσα να ανακαλύψω το πότε και το πώς τον γνώρισαν, ωστόσο το έκαναν και μάλιστα κατάφεραν να κερδίσουν και την εμπιστοσύνη του. Παριστάνοντας τα κακοποιημένα και αδύναμα πλάσματα, μπόρεσαν να κάνουν τον άρχοντα να τα δει προστατευτικά. Δεν έγιναν φίλοι, γιατί κάτι τέτοιο δεν ήταν και εύκολο να συμβεί, αλλά τις κουβέντες τους τις είχαν, όπως και την προστασία του. Και αυτός ο τόσο ισχυρός, που αν ήθελε θα μπορούσε με ένα του και μόνο φύσημα να γκρεμίσει τα σπίτια τους, παγιδεύτηκε από την πονηριά τους… Η αγνότητα του, τον εμπόδισε να δει τις σκοτεινές σκέψεις που κρύβονταν πίσω από τα “πονεμένα” μάτια τους.
Είπαμε όμως, ο άρχοντας ήταν αγνός στη ψυχή του, όχι όμως και χαζός! Κάποτε έρχεται η στιγμή, που κάτι δεν σου πάει καλά, κάτι σε βάζει σε σκέψεις και μια μικρή φωνή μέσα σου σού κρούει τον κώδωνα του κινδύνου κι ας μην ξέρεις το γιατί…

Χωρίς λοιπόν να έχει χειροπιαστές αποδείξεις για τις υποψίες που άρχισαν να τον ταλανίζουν για τα τρία αδέρφια, ο άρχοντας βγήκε ένα βράδυ για περίπατο. Ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να πάει στην αγαπημένη του κρυψώνα στο δάσος, στο μόνο μέρος που τον ηρεμούσε και τον βοηθούσε να σκεφτεί.
Βγήκε από την πίσω πύλη του κάστρου του, που την γνώριζε μόνο αυτός και ο αγαπημένος του σύμβουλος και χάθηκε μέσα στα νυχτερινά φεγγαροστρωμένα μονοπάτια. Έκανε τη βόλτα του, συζήτησε με τον εαυτό του, διαφώνησε μαζί του, άκουσε τις συμβουλές των νυχτερινών πλασμάτων και τελικά αποφάσισε ο δρόμος της επιστροφής του να τον περάσει απο τα σπίτια των τριών αδερφών.

Η πρώτη του στάση ήταν στην καλύβα του μικρού αδερφού… Εξάλλου δεν είχε να χάσει τίποτα κάνοντας μια φιλική αλλά διερευνητική κουβέντα μαζί του. Έτσι χτύπησε την πόρτα που ήταν μισάνοιχτη, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Την έσπρωξε λίγο και με ένα βήμα βρέθηκε μέσα. Ίσα που χωρούσε όρθιος. Οποιαδήποτε κίνηση κι αν έκανε τον έκανε να μοιάζει άγαρμπος, καθώς μετά βίας μπορούσε να σταθεί χωρίς να κάνει κάποια ζημιά.
Ο μικρός αδερφός πλησίασε πισώπλατα τον άρχοντα έχοντας ένα λοξό χαμόγελο κι ένα μαχαίρι στο χέρι, αλλά λίγο πριν κάνει την μοιραία του κίνηση ο Γουλφντέους τον διαισθάνθηκε και γύρισε προς το μέρος του. Ο μικρός αδερφός έκρυψε το φονικό όπλο πίσω από την πλάτη του και φόρεσε το πιο ευγενικό του χαμόγελο.
Το ένστικτο του άρχοντα όμως δεν είχε ηρεμήσει. Εξάλλου ήταν διάσημος γι’ αυτό το ένστικτο. Δεν ξεγελιόταν ποτέ. Το διαπεραστικό του βλέμμα ήταν κάτι σαν… ακτινογράφος προθέσεων, από τον οποίο δεν γλύτωσε ποτέ κανείς! Και ο τρόπος που επέβαλλε την τιμωρία ήταν παραδειγματικός. Ήταν καλός, πολύ καλός εκεί που έκρινε, αλλά ανελέητος με τους προδότες και με τους αχάριστους, γενικά με όποιον προσπαθούσε να κάνει κακό στην ομάδα του, στους κατοίκους της περιοχής του. Ένιωθε κάτι σαν αρχηγός αγέλης, με καθήκον και υποχρέωση απέναντι στα μέλη της. Και αφού τον ρώτησε 1-2-3 φορές τί κρύβει πίσω από την πλάτη και πήρε και τις τρείς φορές την ενοχλητική απάντηση «Τίποτα αφέντη μου», ο άρχοντας νευρίασε πολύ. «Πίστεψες, μικρέ και τιποτένιε, βρωμερέ τυχάρπαστε, ότι θα μπορούσες να μου κάνεις κακό; Ξέρεις πόσοι το προσπάθησαν και μετά το μετάνιωσαν;» είπε και με μία απλή κίνηση γκρέμισε το αχυρένιο σπίτι του Ζβάινυ , ο οποίος τρομαγμένος του θανατά έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του δεύτερου αδερφού.

Ο άρχοντας ένιωθε απέραντη θλίψη. Ήταν προδομένος. Τους στήριξα –σκεφτόταν-, τους άφησα να ζήσουν στην περιοχή μου, τους έδωσα όλα όσα χρειαζόντουσαν για να ζήσουν αξιοπρεπώς και μου το ξεπληρώνουν έτσι;
Χωρίς να το καταλάβει, βυθισμένος καθώς ήταν στις σκέψεις του και με το θυμό να σιγοβράζει μέσα του, είχε βρεθεί έξω από το σπίτι του δεύτερου αδερφού και παράλληλα μπροστά σε ένα σοβαρό δίλημμα: να χτυπήσει την πόρτα του ξύλινου σπιτιού για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, ή να φύγει και να δώσει ένα απρόσωπο τέλος την επόμενη ημέρα; Τις σκέψεις του διέκοψε ένας θόρυβος από ξερά κλαδιά που έσπαγαν. Έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητος κι εντελώς απρόσμενα στράφηκε προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση από αυτήν που προερχόταν ο θόρυβος. Και τότε είδε τους δύο αδερφούς κοκαλωμένους από το φόβο της αποκάλυψης τους και είχαν κάθε λόγο φυσικά, αφού ο ένας κρατούσε ακόμα το μαχαίρι και ο άλλος ένα τουφέκι. Ο άρχοντας έγινε έξαλλος, αν μπορούσε να βγει από τα ρούχα του, αποκαλύπτοντας ένα γιγαντώδες σώμα και να ορμήσει κατά πάνω τους για να τους ξεσκίσει, θα το έκανε. Αρκέστηκε απλά στο να πιάσει τα δύο αδέρφια. Τον έναν τον έπιασε με το ένα του χέρι και τον άλλο με το άλλο του και όπως τους σήκωσε ψηλά, τους πέταξε με δύναμη πάνω στο σπίτι. Με τόση δύναμη, που το ξύλινο σπίτι γκρεμίστηκε! Τα δύο αδέρφια σύρθηκαν κάτω από τα χαλάσματα και έφυγαν τρέχοντας για να βρουν την μεγάλη τους αδερφή…

Ήταν αναπόφευκτη η συνάντηση του άρχοντα και με τα τρία αδέρφια πλέον… Εξάλλου το σπίτι της παμπόνηρης Πίγκυ ήταν ακριβώς έξω από την πύλη του κάστρου του.
Ο άρχοντας Γουλφντέους πλησίασε αποφασιστικά και χτύπησε την πόρτα.
«Πέρασε άρχοντα μου» ακούστηκε θελκτική η φωνή της Πιγκυ, «Είναι ανοιχτά».
Αυτή τη στιγμή την περίμενε πώς και πώς η μεγάλη αδερφή! Την έστηνε υπομονετικά εδώ και εβδομάδες και τελικά τής δόθηκε πολύ πιο εύκολα από ότι περίμενε.
Ακριβώς μπροστά στην πόρτα της είχε φτιάξει μια καταπακτή και ακριβώς από κάτω είχε βάλει ένα τεράστιο καζάνι με καυτό νερό. Έτσι, όταν ο άρχοντας μπήκε μέσα, πριν καν καλά-καλά κάνει δεύτερο βήμα έπεσε μέσα στο καζάνι…

Και με αυτόν τον τρόπο, έτσι απλά και ξαφνικά, έτσι άδικα και σκληρά, μέσα σε μία τρομακτική στιγμή, τέλειωσαν οι δοξασμένες μέρες του πιο γενναίου και όμορφου άρχοντα της μυθικής αυτής χώρας. Το πένθος σκίασε τις καρδιές των κατοίκων και το σκοτάδι σάρωσε τα πάντα σαν ένα κύμα από μαύρα κοράκια.

Τα τρία αδυσώπητα και ασυνείδητα αδέρφια έχοντας συμμαχήσει με τους εχθρούς του σπουδαίου Γουλφντέους διέδωσαν τις χειρότερες φήμες γι’ αυτόν σπιλώνοντας ανά τους αιώνες τη μνήμη του… Άλλοι είπαν ότι ο άρχοντας ήταν ένα σκοτεινό τέρας, που οι νυχτερινές του βόλτες δεν ήταν τίποτα άλλο από αναζήτηση αθώων που του άρεσε να σκοτώνει και να τρώει κι άλλοι είπαν ότι είχε ένα ακόλαστο πάθος για την Πίγκυ, που ανάγκασε τους δύο αδερφούς της να του στήσουν αυτή την παγίδα για να μπορέσουν να γλυτώσουν από αυτόν… Έτσι λοιπόν, η ιστορία του σπουδαίου άρχοντα παραποιήθηκε και μετατράπηκε σε ένα παραμύθι για τρία καλά γουρουνάκια και έναν κακό λύκο… Μία ακόμη μεγάλη πλάνη, που έδωσε την ευκαιρία σε μία άλλη δαιμονική μορφή με το γλυκανάλατο όνομα Κοκκινοσκουφίτσα να αμαυρώσει τη φήμη ενός άλλου σπουδαίου, μακρινού συγγενή του Γουλφντέους… αλλά αυτή την ιστορία θα σας την αποκαλύψω μια άλλη φορά!

Μια αποδομημένη ιστορία από την Joanna Arbi
(#DarkParadise)

*Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους αυτού, από άλλο site, ή blog.

Related Post

Plus Soda New Era PreXmas Event

Posted by - 25/11/2016 0
H Ιστορία του ελληνικού clubbing συνεχίζεται !!! Το +SODA δεν είναι πια club. Είναι ιδέα, είναι αστική κουλτούρα και ένα…